
Αυτός ο αναιδέστατος χειμώνας που φέτος ενέσκηψε σχεδόν από τον Αύγουστο, μ’ έχει αναστατώσει. Οι άνθρωποι κυκλοφορούν σαν να τους έχει χαλάσει ο θερμοστάτης. Βερμουδάτοι και ξώπλατα, αγκαθερά πουλόβερ και ποδήρεις παλτασούκες. Μισή ντροπή δική μου και μισή ντροπή δική τους, σκέφτομαι· σηκώνω αποφασιστικά την κουκούλα του πανωφοριού μου και γεμίζει η μούρη μου βαπόνες. Πώς είναι δυνατόν να συνεννοηθούμε μεταξύ μας με τέτοιο διχαστικό καιρό;
Σε ξένα σπίτια δεν μπαίνω να δω πώς την παλεύουν, μπαίνω όμως στο δικό μου, εκεί που κάθε νύχτα μαίνεται ο καβγάς για το πάπλωμα.
– Μην το πετάς όλο πάνω μου. Θα σκάσω.
– Μην το τραβάς όλο στη μεριά σου. Ξεπάγιασα.
Επειδή έχω λερωμένη τη φωλιά μου που πήγα κι έστρωσα τα χαλιά από του Σταυρού, δεν βγάζω κιχ. Πλησιάζει, άλλωστε, η μητέρα όλων των μαχών, η στιγμή του καλοριφέρ, και δεν επιτρέπεται να με βρει ντεφορμέ. Εξαερώνω στη ζούλα, σαπουνίζω κρυφά και τα φίλτρα των κλιματιστικών στο μπαλκόνι. «Τίποτα, τίποτα. Τις σχάρες καθαρίζω, μήπως και φτιάξουμε κάνα ψαράκι».
Τέτοιου είδους περί ανέμων και υδάτων υποκρισίες, νόμιζα ότι ανταλλάσσουν μόνον οι Λονδρέζοι στις ασπρόμαυρες προπολεμικές ταινίες.
– A fine day, isn’t it?
– A bit cloudy, though.
– I do hope it stays dry this afternoon.
– So do I, old chap!
Για το old chap ανοίχτε κάνα λεξικό. Για τα άλλα δεν αξίζει.
Τις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές μεταξύ των κοινωνιών μπορείς εύκολα να τις εντοπίσεις μέσα από ένα δελτίο καιρού ή από μια είδηση στο εξωτερικό δελτίο για κάτι που έγινε μακριά από μας, δηλαδή στην Ισπανία. Στον ίδιο γεωγραφικό παράλληλο και με παρόμοιες κλιματικές συνθήκες, κι όμως μιλούν για ανθρώπινο λάθος που κατέληξε σε σιδηροδρομικό δυστύχημα, για μια ασυνεννοησία μεταξύ της διαχειρίστριας εταιρείας και των μηχανοδηγών που προκάλεσε 69 θανάτους, προς το παρόν. Ενα δυστύχημα πανομοιότυπο δυστυχώς με ένα άλλο που είχε συμβεί πριν από λίγους μήνες, πάλι στην Ισπανία. Μα πού πήγε το μυαλό σας;
