
Αρκετά ημερολόγια έχουν δημοσιευτεί μέσα στα χρόνια από τους έλληνες στρατιώτες και αξιωματικούς που πολέμησαν στον Αλβανικό Μέτωπο. Κατά καιρούς δημοσιεύονται και αντίστοιχα ιταλών στρατιωτών που περιγράφουν εκείνες τις μέρες.
Ενα από αυτά έφερε στην επικαιρότητα ο κ. Νίκος Σαραντάκος από το ενδιαφέρον ιστολόγιό του «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Ο Σεκόντο Μπερντίνι (1915-1986), από την πόλη Ματσεράτα, υπηρέτησε ως αρυρματιστής κατά των ελληνικών δυνάμεων.
Ο ίδιος μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών πιάστηκε αιχμάλωτος από τους ναζί και στάλθηκε σε στρατόπεδο στη Γερμανία. Το ημερολόγιο γράφεται επιτόπου και μεταφέρει την αγωνία της πλευράς του αντιπάλου, «μεταδίδοντας» ανατριχιαστικά τον παλμό του πολέμου.
10 Δεκεμβρίου
Σ’ αυτή τη ζωή οι διαταγές έρχονται πάντοτε ξαφνικά. Στις 4 το απόγευμα αναχωρούμε από τον Αυλώνα με φάλαγγα αυτοκινήτων, προχωρώντας ολοένα και περισσότερο προς το πεπρωμένο μας, προς το καθήκον.
Υστερα από ένα μακρύ ολονύχτιο ταξίδι, τις πρώτες πρωινές ώρες φτάνουμε στο Τεπελένι, δηλαδή στη βάση μας. Λίγο αργότερα ξαναφεύγουμε με το σακίδιο στην πλάτη, ακολουθώντας ένα μουλαρόδρομο που μας οδηγούσε προς τον προορισμό μας.
Περπατούσαμε ολόκληρη τη μέρα με βαρύ φορτίο στην πλάτη, κι όλο δεν φτάναμε. Μερικά χιλιόμετρα πριν από τον προορισμό μας άρχισε να χιονίζει, μια πραγματική χιονοθύελλα που, το δηλώνω κυριολεκτικά με πάσα ειλικρίνεια, μας πάγωνε την ανάσα σ’ εκείνη τη δύσκολη και κοπιαστική πορεία.
Οταν είχε πια σκοτεινιάσει, φτάσαμε στο Στρατηγείο της Μεραρχίας, που βρισκόταν στο κέντρο του τομέα. Ημασταν ψόφιοι από την κούραση, πάντα μέσα στην κακοκαιρία, σε κατάσταση πραγματικής απελπισίας. Καταφύγια δεν υπήρχαν. Πού να πάμε; Δεν ξέραμε. Είχαμε χάσει εντελώς τον μπούσουλα, τόσο μπερδεμένοι και αποκαμωμένοι που δεν μπορούσαμε πια να σκεφτούμε καθαρά.
Οι ανώτεροί μας έδειχναν ελάχιστο ενδιαφέρον για μας. Μας διέταξαν να βολευτούμε όπως μπορούσαμε, μέσα στο χιόνι και στη μανιασμένη θύελλα, που υπέβαλλε τον στρατιώτη στη μεγαλύτερη ταλαιπωρία που θα μπορούσε να θυμηθεί στη ζωή του.
Να λοιπόν η θυσία, το μαρτύριο. Ολοι μούσκεμα, ο άνεμος λυσσομανούσε και αναποδογύριζε όλες τις σκηνές, όπου προσπαθούσαμε όπως – όπως να προφυλαχτούμε. Μέσα στους πόνους και στα βάσανα πέρασε εκείνη η νύχτα.
Ως εδώ έχουμε μιλήσει για πολλά πράγματα, αλλά ακόμα δεν ξέρουμε τι θα πει πόλεμος.
12 Δεκεµβρίου
Σήμερα το πρωί, μόλις χάραξε, για να μην υποφέρουμε τόσο από το κρύο και για να αποφύγουμε τις αρρώστιες, που έτσι κι αλλιώς θα μας βρουν, αρχίσαμε να τριγυρίζουμε εδώ κι εκεί, για να στεγνώσουμε από όλο το νερό που είχαν ρουφήξει τα ρούχα μας την προηγούμενη μέρα και νύχτα.
Στο μεταξύ, ο εχθρός μάς έδινε τα πρώτα μαθήματα πολέμου, προσφέροντάς μας τα πρώτα θεάματα, χτυπώντας με μερικές οβίδες όχι πολύ μακριά από τη θέση μας.
Γύρω στις 4 το απόγευμα, στην πρώτη γραμμή, η Μεραρχία μας είχε μεγάλες απώλειες, καθώς προσπαθούσε να κρατήσει τις θέσεις της με κάθε τρόπο. Κι έτσι, παρόλο που δεν ήταν δική μας δουλειά, προτού φτάσουν οι ενισχύσεις, μέσα σε λίγη ώρα μας έστειλαν στην πρώτη γραμμή, για να αντισταθούμε και να αποκρούσουμε τη φοβερή επίθεση του εχθρού.
«Ο πόλεμος στην Ελλάδα: μερικές σημειώσεις για αυτόν τον σκληρό και άγριο αγώνα». Εξώφυλλο από το δεύτερο ημερολόγιο του Μπερντίνι
Μου φαίνεται παράξενο που δεν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε αυτή την πρώτη ήττα που μας περίμενε. Κι όμως, σ’ αυτή την επιχείρηση κρατούσαμε ακόμα την ψυχραιμία μας. Δεν φανταζόμασταν πως θα χρειαζόταν να κάνουμε τέτοια πράγματα.
Καθώς πλησιάζαμε όλο και περισσότερο τους αδελφούς μας που ικέτευαν για βοήθεια, βλέπαμε να γυρίζουν πίσω στρατιώτες με κρυοπαγήματα, τραυματίες, και νεκρούς, ξαπλωμένους κατά μήκος του μονοπατιού. Ενα θέαμα που πραγματικά σου προκαλούσε οίκτο.
Λίγο αργότερα βρεθήκαμε στην κορυφή, δηλαδή στην πρώτη γραμμή, όπου το ίδιο πρωί οι Ελληνες είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους.
Ηταν όμως συγκλονιστικό να διαπιστώνουμε πως δεν είχαμε σχεδόν τίποτα, και προπάντων πυρομαχικά. Μόλις ένας γεμιστήρας για κάθε τουφέκι, κι όποιος είχε πολλούς, είχε δύο.
Στην άκρη του μονοπατιού βρίσκαμε κάθε τόσο κανέναν νεκρό, που ίσως, αφού είχε τραυματιστεί, πέθανε χωρίς να του προσφερθεί βοήθεια, σφαδάζοντας από τους πόνους των τραυμάτων του ή από μεγάλη αιμορραγία.
Εμείς, βρίσκοντας ακόμα λίγο κουράγιο, ψάχναμε τις τσέπες των νεκρών, για να πάρουμε φυσίγγια για τα τουφέκια μας ή χειροβομβίδες, παρόλο που ποτέ μας δεν είχαμε χρησιμοποιήσει από δαύτες.
Πώς να αντισταθείς έτσι; Σε περίπτωση επίθεσης, προβλέπεται να ορμήσουμε πάνω στον εχθρό με τις γροθιές μας. Είναι γελοίο, κι όμως έτσι έχουν τα πράγματα.
[…]
17 Δεκεµβρίου
Προς το βράδυ, το Στρατηγείο της Μεραρχίας μας δέχτηκε ταυτόχρονα σφοδρή επίθεση από το εχθρικό πυροβολικό, χωρίς να δίνεται προσοχή στα πολυβόλα που είχαν διεισδύσει πολύ κοντά μας εδώ και μερικές μέρες.
Οι απώλειές μας όλο και αυξάνονταν. Οι Ελληνες καταλάμβαναν τις θέσεις μας. Δεχόμασταν πυρά από κάθε λογής όπλα, γιατί η απόσταση που μας χώριζε ήταν πολύ μικρή.
Τι να κάνουμε; Είχαμε φτάσει στις τελευταίες στιγμές της ζωής μας. Εδώ μπορούσαμε να θεωρούμαστε ήδη νεκροί ή αιχμάλωτοι.
Παντού σιωπή. Το ηθικό μας είχε πέσει πολύ. Ακουγόταν μόνο το βουητό από τις ριπές των πολυβόλων, μαζί με τα αδιάκοπα πυρά των τουφεκιών και καμιά βολή εδώ κι εκεί από τα εβδομηνταπεντάρια.
Ημασταν όλοι έτοιμοι να ριχτούμε στη μάχη, όταν, γύρω στα μεσάνυχτα, έφτασε διαταγή από το Σώμα Στρατού. Επειδή είχαν προβλεφθεί οι συνέπειες, μας διέταζαν να υποχωρήσουμε και να καταλάβουμε γρήγορα νέες θέσεις, για να συγκρατήσουμε τον εχθρό, προβάλλοντας αντίσταση μέχρι την τελευταία στιγμή.
Λίγα λεπτά αργότερα εγκαταλείπαμε το Προγονάτι και υποχωρούσαμε, φορτωμένοι ως εκεί που δεν παίρνει με όλο το υλικό μας, ώστε να μην μπορέσει να το χρησιμοποιήσει ο εχθρός.
[…]
Δεν ξέρω ούτε πώς να περιγράψω πώς πέρασα εκείνο το βράδυ. Τρεις μέρες είχα να φάω, είχα υψηλό πυρετό, ένιωθα άρρωστος από τη θλιβερή και τυραννισμένη ζωή μας. Με βαριούς αναστεναγμούς έφτασα κι εγώ στην καθορισμένη θέση και ένιωσα μέσα μου μια παρηγοριά, μια ανακούφιση, με την ελπίδα πως κάποιος με είχε λυπηθεί και μου είχε προσφέρει βοήθεια και παρηγοριά.
Κι εδώ όμως η ζωή είναι σκληρή. Η υγεία μας λιγοστή, το φαγητό ακόμα λιγότερο.
Πηγαίνουμε στα φτωχόσπιτα των Αλβανών και ζητιανεύουμε, για να μπορέσουμε κάπως να κρατηθούμε. Δεν βρίσκουμε παρά όσπρια, κρεμμύδια και καμιά πατάτα.
Τι να τα κάνουμε τώρα; Αφού δεν έχουμε τίποτε άλλο, τα βάζουμε να βράσουν στο νερό και ύστερα, χωρίς λάδι, χωρίς τίποτα, τα τρώμε σαν πεινασμένα λιοντάρια.
24 Δεκεµβρίου
Παραμονή των Χριστουγέννων. Τούτη τη μέρα, παρόλες τις θυσίες, νιώθουμε διπλή πίκρα στην καρδιά, γιατί ο εχθρός χτυπάει και αφανίζει ζωές, ενώ οι αγαπημένοι μας βρίσκονται μακριά.
Υστερα από έναν μήνα πείνας, όπου το λίγο που τρώγαμε ήταν πάντοτε ψωμί και κονσέρβα, επιτέλους σήμερα, ακόμα κι εμείς εδώ στον πόλεμο, καταφέραμε να οργανωθούμε κάπως, να βάλουμε σε λειτουργία την κουζίνα και να φτιάξουμε λίγο ζωμό, για να ανακτήσουμε τις δυνάμεις που χάσαμε από τις κακουχίες.
26 Δεκεµβρίου
Στο μεταξύ, το σφυροκόπημα του μοχθηρού εχθρού γίνεται ολοένα και πιο λυσσαλέο. Μέσα στη θύελλα των πυρών περνούμε τις γιορτές, έχοντας πια συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο που βρίσκεται διαρκώς στο πλευρό μας.
Οι οβίδες των όλμων πέφτουν πολύ κοντά στις θέσεις μας, χτυπώντας ακόμα και τα καταφύγια όπου προφυλαγόμαστε. Ετσι, κάθε τόσο τινάζεται στον αέρα καμιά παράγκα ή χτυπιέται καταμεσής κανένα σπίτι, με αποτέλεσμα νεκρούς και τραυματίες.
Να λοιπόν ο τρόμος. Το αίμα μας αναστατώνεται, κάθε στιγμή ο θάνατος βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας.
Αποκαρδιωμένοι, ταραγμένοι, με βλέμμα αποσβολωμένο, σαν να είχαμε διαπράξει κάποιο έγκλημα.
