Η ενεργειακή κρίση και οι αυξανόμενες ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης ανατρέπουν τις ισορροπίες – Στις 28 Φεβρουαρίου 2027 οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για την άρση της απαγόρευσης κατασκευής νέων πυρηνικών σταθμών.

Δέκα χρόνια μετά την απόφαση για σταδιακή απομάκρυνση από την πυρηνική ενέργεια, η Ελβετία επανεξετάζει την ενεργειακή στρατηγική της, υπό την πίεση της διεθνούς ενεργειακής κρίσης και της αυξανόμενης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Η χώρα προγραμματίζει δημοψήφισμα για τις 28 Φεβρουαρίου 2027, με αντικείμενο την άρση της απαγόρευσης κατασκευής νέων πυρηνικών σταθμών, η οποία εγκρίθηκε το 2017, στον απόηχο του πυρηνικού δυστυχήματος της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία.

Η συζήτηση επανέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχουν προκαλέσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παράλληλα, η ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων αυξάνει τις ανάγκες για σταθερή ηλεκτροπαραγωγή, οδηγώντας κυβερνήσεις και μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες στην αναζήτηση εναλλακτικών ενεργειακών λύσεων.

Το 2017, οι Ελβετοί είχαν εγκρίνει με δημοψήφισμα τη σταδιακή εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας, απαγορεύοντας την κατασκευή νέων αντιδραστήρων και δίνοντας προτεραιότητα στις ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο, το 2024 επιχειρηματικές ενώσεις και συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις προώθησαν την πρωτοβουλία «Stop Blackouts», ζητώντας την αναθεώρηση της συγκεκριμένης πολιτικής. Η συζήτηση εντάθηκε το 2026, όταν προωθήθηκε κυβερνητική πρόταση για την κατάργηση της απαγόρευσης.

Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της πυρηνικής ενέργειας είναι η ενεργειακή ασφάλεια κατά τους χειμερινούς μήνες. Παρότι η Ελβετία διαθέτει σημαντική υδροηλεκτρική παραγωγή και αναπτύσσει ταχύτατα την ηλιακή ενέργεια, η εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή δεν επαρκεί πάντοτε για την κάλυψη της ζήτησης τον χειμώνα, με αποτέλεσμα η χώρα να εξαρτάται από εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.

Η πυρηνική ενέργεια καλύπτει λιγότερο από το 30% της ελβετικής ηλεκτροπαραγωγής. Τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ισπανική οικονομική εφημερίδα El Economista, η ηλιακή ενέργεια αντιπροσώπευε το 32,3% της παραγωγής, έναντι 22% της πυρηνικής. Οι υποστηρικτές της επαναφοράς νέων πυρηνικών μονάδων υπογραμμίζουν ότι οι αντιδραστήρες μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερή παραγωγή ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες.

Αντίθετα, οι πολέμιοι της πρότασης θεωρούν ότι η επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια θα απορροφήσει κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στις ανανεώσιμες πηγές και στην αποθήκευση ενέργειας. Ο πρόεδρος των Πράσινων Φιλελευθέρων, Γιούργκ Γκρόσεν, έχει προειδοποιήσει ότι η κατασκευή νέων πυρηνικών εγκαταστάσεων ενδέχεται να επιβραδύνει τις επενδύσεις σε εναλλακτικές τεχνολογίες.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το κόστος. Η Ελβετία διαθέτει σήμερα τρεις πυρηνικούς σταθμούς σε λειτουργία, μετά το κλείσιμο του Μίλεμπεργκ τον Δεκέμβριο του 2019. Σύμφωνα με εκτίμηση της Greenpeace, η κατασκευή ενός νέου πυρηνικού σταθμού θα μπορούσε να κοστίσει έως 43 δισεκατομμύρια ελβετικά φράγκα, ποσό που υπερβαίνει τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια. Η περιβαλλοντική οργάνωση υποστηρίζει ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί ο τρόπος χρηματοδότησης μιας τέτοιας επένδυσης και εκφράζει ανησυχίες για πιθανή επιβάρυνση των φορολογουμένων.

Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την πυρηνική ενέργεια δεν περιορίζεται στην Ελβετία. Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες αναζητούν μακροχρόνιες συμφωνίες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας για τη λειτουργία των κέντρων δεδομένων τους. Η Google, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, έχει προχωρήσει σε συνεργασίες για την εξασφάλιση πυρηνικής ηλεκτροπαραγωγής, ενώ σχεδιάζει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ στη Φινλανδία για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.

Την ίδια στιγμή, η Κίνα επιταχύνει την ανάπτυξη του πυρηνικού της προγράμματος. Το 2025 επένδυσε περίπου 23,6 δισεκατομμύρια δολάρια στον συγκεκριμένο τομέα και διαθέτει πλέον περισσότερους από 60 αντιδραστήρες σε λειτουργία, επιδιώκοντας να ενισχύσει την ενεργειακή της επάρκεια και να περιορίσει την έκθεσή της στις διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις.

Παρά τα πλεονεκτήματα της σταθερής ηλεκτροπαραγωγής, η πυρηνική ενέργεια αντιμετωπίζει και προκλήσεις που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Οι παρατεταμένοι καύσωνες και η ξηρασία μπορούν να περιορίσουν τη διαθεσιμότητα νερού για την ψύξη των αντιδραστήρων, προκαλώντας προσωρινές μειώσεις παραγωγής ή διακοπές λειτουργίας.

Το ελβετικό δημοψήφισμα αναμένεται επομένως να αποτελέσει μια σημαντική δοκιμασία για την ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η πυρηνική ενέργεια μπορεί να συμβάλει στην ασφάλεια του εφοδιασμού, αλλά και εάν το υψηλό κόστος κατασκευής, οι μεγάλοι χρόνοι υλοποίησης και οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί την καθιστούν ανταγωνιστική απέναντι στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.


Πηγή είδησης